Μποναβεντούρα

(Bonaventura, Βιτέρμπο 1221 – Λιόν 1274). Θεολόγος, άγιος και διδάσκαλος της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας. Ο Μ. (κοσμικό όνομα Τζοβάνι ντε Φιντάντσα Μπανιορέτζο) κατατάχτηκε το 1243 στο τάγμα των Φραγκισκανών, ενώ συγχρόνως σπούδαζε θεολογία στο πανεπιστήμιο του Παρισιού, στο οποίο έμελλε να γίνει ένας από τους λαμπρότερους καθηγητές. Το 1257 ονομάστηκε γενικός διευθυντής του τάγματος του και το 1273 έγινε καρδινάλιος. Πέθανε το επόμενο έτος, κατά τη διάρκεια της συνόδου της Λιόν, της οποίας είχε διευθύνει τις προπαρασκευαστικές εργασίες. Κατ’ αντίθεση προς την ορθολογική τάση του συγχρόνου του Θωμά του Ακινάτη, ο Μ. υποτάσσει τις θεωρίες στην πνευματική ζωή και στη δράση. Στο κέντρο του θεολογικού του συστήματος βρίσκεται ο Χριστός, ο οποίος, κατά την άποψη του Μ., μόνος μπορεί να οδηγήσει στην κατανόηση του θείου μυστηρίου. Από την άποψη αυτή ο Μ. είναι πιστός μαθητής του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, γι’ αυτό και επονομάστηκε «σεραφικός διδάσκαλος». Από τα έργα του αναφέρουμε τα Breviloquium (1254 - 1256), Πορεία της ψυχής προς τον Θεό (1259) και Βίος του αγίου Φραγκίσκου (1261).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Καβαλιέρι, Φραντσέσκο Μποναβεντούρα — (Francesco Bonaventura Cavalieri, Μιλάνο 1598 – Μπολόνια 1647). Ιταλός μαθηματικός. Σε νεαρή ηλικία έγινε μοναχός του τάγματος των ιησουιτών. Του δόθηκε έτσι η δυνατότητα να ασχοληθεί με τα μαθηματικά, ιδιαίτερα με το έργο του Ευκλείδη. Διετέλεσε …   Dictionary of Greek

  • Πέετερς, Μποναβεντούρα — (Peeters, 1614 – 1652). Ολλανδός τοπιογράφος και χαράκτης. Στα περισσότερα έργα του απεικόνισε την ολλανδική φύση και ειδικεύτηκε στις θαλασσογραφίες. Θαλασσογράφοι ήταν επίσης και οι δύο αδελφοί του, ο Ζίλις Πέετερς (1612 – 1653) και Ιωάννης… …   Dictionary of Greek

  • Τουλιέ, Κάρολος - Μποναβεντούρα – Μαρία — (Toullier, 1752 – 1835). Επιφανής Γάλλος νομομαθής. Σπούδασε νομική στο πανεπιστήμιο της Ρεν, όπου αργότερα διορίστηκε καθηγητής του δικαίου. Κατά την έκρηξη της επανάστασης υπήρξε από τους θερμότερους οπαδούς των δημοκρατικών ιδεών. Διετέλεσε… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • μαθηματικά — Η επιστήμη των αριθμών, των σχημάτων και των φυσικών μεγεθών, που μελετά τις μεταξύ τους σχέσεις καθώς και τις σχέσεις τους στον χώρο και στον χρόνο. Η έκταση και τα ενδιαφέροντα των μ., μίας από τις αρχαιότερες επιστήμες, παρουσιάζουν τόση… …   Dictionary of Greek

  • σχολαστικισμός — Οι πρώτες απόπειρες πραγματικής φιλοσοφικοθρησκευτικής έρευνας στη Δύση, μετά την πτώση του αρχαίου πολιτισμού, έγιναν μόλις κατά τον 9o αι., μέσα στα πλαίσια της καρολίγγειας αναγέννησης. Ο σημαντικότερος πνευματικός καρπός της περιόδου αυτής… …   Dictionary of Greek

  • Ακινάτης, Θωμάς — (Tommaso d’ Aquino, Ροκασέκα 1225 – Φοσανόβα 1274). Άγιος της Δυτ. Kαθολικής Εκκλησίας, Ιταλός θεολόγος και φιλόσοφος. Η οικογένειά του, μεγάλη και παλιά, λογγοβαρδικής καταγωγής, τον αφιέρωσε σε ηλικία πέντε ετών στο μοναστήρι του Μοντεκασίνο.… …   Dictionary of Greek

  • θουρμπαράν, Φρανθίσκο ντε- — (Francisco de Zurbαrάn, Φουέντε ντε Κάντος, Εστρεμαδούρα 1598 – Μαδρίτη 1664). Ισπανός ζωγράφος. Σε ηλικία 15 ετών φοίτησε στη Σεβίλη, στη σχολή του Ντιάθ ντε Βιλανουέβα. Ωστόσο, οι κυριότεροι παράγοντες στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του… …   Dictionary of Greek

  • Λούλιο, Ραμόν — (Raymond Lully, Πάλμα Μαγιόρκας 1233; – Μαγιόρκα 1315). Καταλανός ποιητής, φιλόσοφος και θεολόγος. Καταγόταν από οικογένεια ευγενών και διετέλεσε οικονόμος του βασιλιά της Μαγιόρκας (1256). Μετά την ενόραση κάποιας οπτασίας, σε ηλικία τριάντα… …   Dictionary of Greek

  • Μάρλαντ, Γιάκομπ βαν — (Jacob van Maerland, Ντάμε, Μπριζ 1235; – μετά το 1291). Φλαμανδός συγγραφέας και κληρικός. Πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά για τη ζωή του. Θεωρείται βέβαιο ότι γεννήθηκε στα περίχωρα της Μπριζ. Από το 1258 έως το 1266 έζησε στο ολλανδικό νησί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.